Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Εκδήλωση Βιβλιοπωλείου Γνώση για τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη

Το βιβλιοπωλείο Γνώση οργανώνει διάλεξη την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου, ώρα 8.30 μ.μ. για τον ποιητή Κ. Π.  Καβάφη, με αφορμή τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννησή του με ομιλητή τον Μιχάλη Τσιανίκα.
Ο Μιχάλης Τσιανίκας γεννήθηκε στην Ανατολή Λάρισας, σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Από το 1989 ζει στην Αυστραλία, όπου διευθύνει το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών και το κέντρο ΛΟΓΟΣ: Αυστραλιανό Κέντρο για την Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμό, στο πανεπιστήμιο Φλίντερς.

Καβάφης: Η εν-σάρκωση της Ελευθερίας
Το αίτημα της Ελευθερίας είναι καταλυτικό στην καβαφική ποίηση. Δεν πρόκειται φυσικά για πολιτικές ελευθερίες (αν και τελικά όλες οι ελευθερίες είναι «πολιτικές»), πρόκειται για την ελευθερία εκείνη που διαπερνά την ζωή του ατόμου, σχεδόν αποκαλυπτικά και ελευθερώνει δυνάμεις και αισθήματα που το άτομο κρατούσε κρυφά μέσα του. Το σημαντικό είναι ότι δεν πρόκειται πάντα για συνειδητές διαδικασίες, αυτή είναι η ουσία της απελευθέρωσης από τα στερεότυπα. Το βίωμα της ελευθερίας αν δεν την βιώνουμε ως έκπληξη, τότε η ελευθερία δεν είναι αλήθεια. Η αισθητική έκφραση αυτής της απελευθέρωσης φέρνει το άτομο να εκστασιάζεται μπροστά σε αυτό που του συμβαίνει και, ως είναι φυσικό, οι εμπειρίες μιας τέτοιας στιγμής αγγίζουν πρώτα από όλα το ίδιο το σώμα, έντονα -όσο πιο έντονα γίνεται, όπως βιώνουμε τον έρωτα ή το θάνατο: το δέρμα της σκέψης μας ηχεί σαν ταμπούρλο. Ας θυμίσουμε εδώ το «Όταν διεγείρονται», το οποίο αποδεικνύεται κομβικό ποίημα στην ποίηση του Καβάφη: «Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή, / όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται. / [...] Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή, / όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου / την νύχτα ή μες τη λάμψι του μεσημεριού».
Η τέχνη για τον ίδιο δεν είναι παρά αυτή η «διέγερση» μέσα στο νου, το βράδυ ή το μεσημέρι, στη λάμψη ή στο σκοτάδι, όταν μπορείς πια να κρατήσεις στα χέρια σου ένα γυαλιστερό αισθητικό αντικείμενο (κάθε αντικείμενο είναι αισθητικό, αν είναι πράγματι αντι-κείμενο): το αποτέλεσμα της χαράς να το αγγίξεις είναι ηδονική: τόσο χαρακτηριστική στον Καβάφη. Τα παιδιά γνωρίζουν τον κόσμο αγγίζοντας αντικείμενα, αγγίζοντας πρόσωπα: oι γονείς δεν είναι γι’αυτά παρά λεία αντικείμενα που χαϊδεύουν τα τρυφερά και άπειρα σε αφές τους χέρια. Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν αργότερα δεν είναι ψυχολογικά, όπως συνηθίσαμε να τα αποκαλούμε: είναι «αντικειμενικά» και αντικειμενοποιήσιμα. Είναι ο σημαντικότερος ερωτισμός που τα «δένει» με τον κόσμο και υλο-ποιεί ακατάπαυστα τη ζωή τους. Αυτή είναι η ιεροτελεστική διαδικασία που κρατά όλη τη ζωή. Κάθε ερωτική απόπειρα δεν είναι τίποτε άλλο από την ιεροτελεστική αυτή πράξη που καθορίζει το άλλο ως απόλυτα ηδονικό «αντικείμενο», ως «σώμα», αλλιώς δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί η τοτεμική του μαγεία. Την ανάδειξη αυτής της διεγερτικής ταύτισης με το ηδονικό αντικείμενο-παιχνίδι, μοναδική και εξεγερτική, καταλυτική στην ποίηση του Καβάφη, θα ήθελα να την αποκαλέσω εδώ «αντωνιασμό». Ίσως το πιο διάσημο ποίημα του Καβάφη, μετά την «Ιθάκη» και τους «Βαρβάρους» είναι το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον». Πρόκειται ακριβώς για μια «διέγερση», μια αισθητική «στήση» μέσα στο ρου των ιστορικών γεγονότων. Αυτή η ιστορική στήση δεν αφορά στο συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, αλλά είναι ένα παράδειγμα που μπορεί να φωτίσει με το δικό του τρόπο  πολλές από τις ποιητικές δραστηριότητες του Καβάφη, αν όχι όλες τελικά.
Η ελευθερία στην ουσία βιώνεται ως πράξη απόλυτα οριακή, σχεδόν έξω από το χρόνο και άλλες παρόμοιες συμβάσεις, στην «εγκατάλειψη» -στο «απολείπειν».  (Όπως λέμε: αφέθηκε στα χέρια του/της). Η «ηδονή» δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα αυτής της απελευθέρωσης και είναι και αυτή ξαφνική, τελική, «σκληρή» και ανεξέλεγκτη. Η ηδονή είναι ελεύθερη γιατί ορίζεται από τον εαυτό της, ως το απόλυτο άλλο και ταυτίζεται με τη σάρκα, είναι σαρκική γιατί είναι αντικείμενο μόνο, το υποκείμενο αφομοιώνεται και γίνεται αντικείμενο, αυτό που βιώνεται. Η ερωτική ηδονή οικειοποιείται το σώμα, το καθιστά αντικείμενό της και αυτό μας αναστατώνει, δεν το αντέχουμε, αν και γνωρίζουμε ότι είναι από τις λίγες στιγμές που ελευθερώνεται το υποκείμενό μας εντελώς, γιατί απλούστατα δεν μπορεί τίποτε πια να ελέγξει. Η παράδοξη αυτή διαδικασία, που δεν στερεί τίποτε από την «πνευματικότητα» του βιώματος (κάθε εξ-αντικειμενοποίηση είναι πνευματικό βίωμα, γίνεται «εικόνα»), μας βγάζει σίγουρα κάπου αλλού και αποκαλύπτεται ως κάτι πιο  ισχυρό από την όποια πνευματική εμπειρία: γίνεται έκσταση. Αυτή είναι και η ουσία του καβαφικού ποιήματος «Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος»: «εν εκστάσει βλέπω νυν / του Ενδυμίωνος την φημισμένην καλλονήν / Ιάσμων κάνιστρα κενούν οι δούλοι μου• κ’ ευοίωνοι / επευφημίαι εξύπνησαν αρχαίων χρόνων ηδονήν». Η ηδονή είναι το πιο αρχαίο παράδειγμα, για τούτο και το πιο φρέσκο, της κατεξοχήν εμπειρίας ως απόλυτη ελευθερία. Το αντικείμενο είναι πιο αρχαίο από το υποκείμενο και για τούτο πιο «πηγαίο» αίτημα ελευθερίας: «Δεν δεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’επήγα./ Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές, /μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό που ήσαν, /επήγα μες στη φωτισμένη νύχτα. /Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς /που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής».
Ο Καβάφης –όπως δηλώνει και η ετυμολογία του ονόματός του-  υπήρξε πρα(γ)ματευτής. Μόνο που η διάθεση της πρα(γ)μάτειας είναι «πελατειακή», «εμπορική», δια-πραγματευτική. Άλλοτε γίνεται γυρο-λόγος, πλανόδιος flâneur. Όλα τα υποκείμενα οδεύουν στην υλοποίησή τους, στο στέρεο χώρο της σωματικής τους ανάδειξης για να ξεπουληθούν (και τι δεν ξεπουλιέται στη ζωή;). Για να συλλάβεις την «καθαρότητα» των γεγονότων και πραγμάτων χρειάζεται να τα παραδώσεις με τόλμη αλλά κυρίως διανοητική καθαρότητα και οξύνοια. Χρειάζεται ελευθερία: «Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται...».
Το «εκείνο», ως το «άλλο», κατοικεί όλα σχεδόν τα ποιήματα του Καβάφη και αποκαλύπτεται κυρίως τη νύχτα ή το καταμεσήμερο, ως κάτι άγνωστο ή αναγνωρίσιμο μετά από μια μεγάλη αλησμονιά. Το έσχατο αίτημα γίνεται πρώτη πραματικότητα: αντικειμενοποιείται και οι λέξεις γίνονται ήχοι καθαροί, ηδονικοί, και ελευθερώνουν εντελώς το υποκείμενο. Το «άλλο-εκείνο» είναι τόσο ανατρεπτικό που εκδηλώνεται σωματικά: το σώμα θυμάται και το δέρμα, όχι το συγκεκριμένο κοινωνικό υποκείμενο. Τα «συμπτώματα» είναι τόσο ισχυρά που σωματοποιούνται:
«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη, 
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.